BUNDESLIGAΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Σκαλοπάτι εξέλιξης για τον Παναθηναϊκό ο Τσέριν, αλλά και για τον Τσέριν ο Παναθηναϊκός

Πριν δύο χρόνια, ο Άνταμ Γκνέζντα Τσερίν μετακομίζοντας στη Νυρεμβέργη χαρακτήριζε εαυτόν ως ποδοσφαιριστή που μπορεί να κάνει τη διαφορά. Οι συνθήκες στη Γερμανία δεν (τον) ευνόησαν για να το επιβεβαιώσει. Προφανώς πιστεύοντας στην προοπτική του και στη βελτίωση που έδειξε κατά τη διάρκεια του δανεισμού του στη Ριέκα, ο Παναθηναϊκός προσφέρει στον 23χρονο Σλοβένο μια γεμάτη τετραετία ώστε να το πετύχει.

Δεν συνήθιζε ο Ρόμπερτ Παλίκουτσα να εμφανίζεται στις προπονήσεις της ομάδας. Ο ακριβής του τίτλος ήταν κάτι σαν “Αθλητικός Επιτελάρχης”. Είχε αναλάβει το πόστο καταμεσής της άνοιξης του 2019, όταν για ακόμη μια φορά φαινόταν πως οι φιλοδοξίες επιστροφής της Νυρεμβέργης στην Bundesliga θα έμεναν ατελέσφορες.

Πρώτη του τότε κίνηση ήταν η συμφωνία με τον Νταμίρ Κάναντι, ο οποίος εξαργύρωνε την εξαιρετική διετία στον Ατρόμητο με έναν – στα χαρτιά – επαγγελματικό προβιβασμό. Το καλοκαίρι που ακολούθησε, ο Κροάτης αξιωματούχος ήταν πολύ απασχολημένος.

Δεκατέσσερις ποδοσφαιριστές αποχώρησαν, μια ντουζίνα αποκτήθηκαν. Με δαπάνη μάλιστα, σημαντική για τα δεδομένα και του club, αλλά και του συνολικού του υποβάθρου. Κανέναν το αφεντικό του γερμανικού συλλόγου δεν φρόντισε να… τιμήσει, να αναβαθμίσει στα μάτια των media και των οπαδών, “γράφοντας” παρουσία στην πρώτη του προπόνηση.

Το έκανε μόνο για την 13η – και τελευταία – προσθήκη εκείνου του καλοκαιριού. Για την ακρίβεια φθινοπώρου, μιας και ολοκληρώθηκε την ύστατη μέρα της μεταγραφικής περιόδου, στις 2 Σεπτεμβρίου. Την επομένη λοιπόν, δειλά στην αρχή, μακριά, πίσω από έναν φράκτη, ο Παλίκουτσα παρακολουθούσε τα πρώτα βήματα στο χορτάρι του προπονητικού κέντρου της Νυρεμβέργης του Άνταμ Γκνέζντα Τσέριν.

Δεν άντεξε για πολύ όμως εκεί και έκανε ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση στους παρευρισκόμενους δημοσιογράφους πηγαίνοντας να τους μιλήσει. Όχι γενικά, μα για τον τελευταίο του νιόφερτο, για τον οποίο και είχε δαπανήσει, παρότι μόλις είχε συμπληρώσει τα 20 του χρόνια και ουσιαστικά με μιάμιση επαγγελματική σεζόν στη Σλοβενία στην “μικρούλα” Ντομζάλε (φτάνοντας πάντως σε υψηλά δεκαπενταετίας, με διαδοχικές τρίτες θέσεις στην κατάταξη) 1,1 εκατ. ευρώ.

“Δεν είχε η ομάδα μας ποτέ έναν παίκτη σαν κι αυτόν”, το γεμάτο υποσχέσεις σχόλιο του Παλίκουτσα. Ακόμη πιο μεγάλες ξεστομίστηκαν από τον ίδιο τον Τσέριν, σε αψεγάδιαστα αγγλικά: “Είμαι ένας ποδοσφαιριστής που μπορεί να κάνει τη διαφορά. Ένας ποδοσφαιριστής που κάθε ομάδα χρειάζεται”, τόνισε τουλάχιστον παράταιρα του στάτους και των παραστάσεων του ο νεαρός Σλοβένος, ο οποίος από τότε κιόλας συστήθηκε ως “οκτάρι”, ως ένας box-to-box μέσος.

Σύσταση που ταίριαζε με το report των Βαυαρών: ασταμάτητο τρέξιμο, δυνατό και καλοχτισμένο κορμί, καλή ματιά στο γήπεδο, διορατικότητα, με ευχέρεια και άνεση στην εξεύρεση της καταλληλότερης λύσης σε κάθε πρόβλημα, είτε ανασταλτικό είτε – κυρίως – δημιουργικό.

Μια φορά ενδεκαδάτος και… Ριέκα
Ο Κάναντι αποχώρησε από τον πάγκο αρχές Νοεμβρίου. Του είχε δώσει ως τότε μόλις δύο παιχνίδια, αμφότερα ερχόμενος από τον πάγκο. Στον τότε Σλοβένο εκλέκτορα, Ματίας Κεκ, αρκούσε η αγωνιστική προαγωγή και έτσι άνοιξε για πρώτη φορά την πόρτα του αντιπροσωπευτικού συγκροτήματος στον Τσέριν, έστω και χωρίς να του δώσει χρόνο συμμετοχής.

Αυτόν θα τον έβρισκε για πρώτη φορά 13 μήνες αργότερα. Ως τότε όμως, είχαν αλλάξει πολλά. Ούτε ο Γενς Κέλερ, ο οποίος διαδέχτηκε τον Κάναντι συμμερίστηκε τις προγραμματικές δηλώσεις σπουδαιότητας και αξίας του Σλοβένου μέσου. Του πρόσφερε όμως την ευκαιρία, στο ποδαρικό του 2020, αμέσως μετά τη διακοπή των γιορτών, να επιβεβαιώσει την καλή χειμερινή προετοιμασία που είχε κάνει.

Βασικός λοιπόν στο Αμβούργο, στο πρώτο ματς της νέας χρονιάς, σε ρόλο όμως αμυντικού χαφ στο 4-2-3-1 της Νυρεμβέργης. Ο τεχνικός του Αμβούργου, Ντίτερ Χέκινγκ, διάβασε την αδυναμία και ζήτησε από τους παίκτες του να πιέσουν αφόρητα τον Τσέριν στο ντεμπούτο του ως βασικός. “Απλώς δεν ήταν στιβαρός στη συγκεκριμένη θέση. Φαίνονταν από τις κινήσεις του”, δήλωσε μετά το παιχνίδι.

Το κέρδισε το Αμβούργο 4-1. Το πρώτο γκολ προήλθε από λάθος του Σλοβένου, η κάκιστη εικόνα του οποίου οδήγησε στην αντικατάστασή του πριν καν βγει το ημίχρονο. Έκτοτε, εμφανίστηκε ξανά για μόλις ένα εικοσάλεπτο, σε ένα εκτός έδρας παιχνίδι με την Βέχεν, τον Ιούνιο πλέον και αυτό όταν η Νυρεμβέργη προηγούνταν ήδη με 5-0.

Αυτό ήταν. Στη Γερμανία, στη Νυρεμβέργη, είχε πλέον “καεί”. Ο κορονοϊός και η καραντίνα, δεν βοήθησαν. Μόνος του, χωρίς τους δικούς του, χωρίς την κοπέλα του, έμαθε μεν να μαγειρεύει, βελτιώθηκε πολύ στα video games, βαρέθηκε – όπως όλοι μας – πολύ περισσότερο, αλλά για έναν επαγγελματία, ο οποίος εμφανώς δυσκολεύονταν (και) σε θέματα προσαρμογής, η συγκεκριμένη ανεπανάληπτη συνθήκη ήταν ό,τι χειρότερο, το κερασάκι στην τούρτα.

“Κατά την γνώμη μου, διαθέτει ό,τι χρειάζεται προκειμένου να γίνει ένας ποδοσφαιριστής κορυφαίου επιπέδου. Αλλά για να είμαστε ειλικρινείς δεν πήρε αρκετές ευκαιρίες στη Νυρεμβέργη ώστε να δείξει την σπουδαία του προοπτική”. Ποιος “πατέρας” δεν στηρίζει τα “παιδιά” του;

Ο Αμίρ Ρούζνιτς, ο ατζέντης του Τσέριν, το έκανε ακολουθώντας όμως το κύμα και ουσιαστικά έτσι ανοίγοντας διάπλατα την πόρτα της εξόδου από τη Νυρεμβέργη χωρίς καλά καλά να έχει συμπληρωθεί ο πρώτος από τα τέσσερα χρόνια του συμβολαίου του Σλοβένου.

Προκρίθηκε ως καταλληλότερη, η λύση του δανεισμού σε ένα ενδιάμεσο επίπεδο από αυτό της παρουσίας σε μια μικρομεσαία του σλοβένικου πρωταθλήματος και μια “βαριά” μεν φανέλα του γερμανικού ποδοσφαίρου, αλλά καθηλωμένη χρόνια στην δεύτερη κατηγορία, με αρκετά προβλήματα να την κατατρώνε όλο αυτό το διάστημα.

Η Ριέκα έμοιαζε ιδανικό καταφύγιο. Οικείο, ουσιαστικά ομόγλωσσο περιβάλλον, κοντά στη γενέτειρα του, ομάδα με ολοένα και μεγαλύτερες φιλοδοξίες στο κροατικό στερέωμα και διάθεση – τα τελευταία χρόνια – να παραμείνει ανταγωνιστική της παντοκράτειρας Ντιναμό Ζάγκρεμπ και επιπρόσθετα, με αυξανόμενη ευχέρεια στην ανάδειξη και αξιοποίηση ταλέντου.

Πόσο μάλλον από την στιγμή που το δικό του θα το διαχειρίζονταν αυτός που το είχε πρωτοπαρουσιάσει στον ποδοσφαιρικό κόσμο, ο Σλοβένος τεχνικός Σίμον Ρότζμαν, ο οποίος το καλοκαίρι που ο Τσέριν πωλήθηκε στη Νυρεμβέργη είχε αφήσει τον πάγκο της Ντομζάλε, αναλαμβάνοντας τη Ριέκα.

Η βελτίωση και η σημειολογία της σύγκρισης
Αν μη τι άλλο το περιβάλλον και οι συνθήκες ήταν πιο ευοίωνα για τον Σλοβένο, ο οποίος παραχωρήθηκε με διετή δανεισμό στον κροατικό σύλλογο, έναντι οψιόν αγοράς 1,4 εκατ. ευρώ.

Έναν χρόνο αργότερα, στο οργανόγραμμα της Ριέκα σε ρόλου αθλητικού διευθυντή προστέθηκε ο άνθρωπος που τον αγόρασε και τον εξύμνησε στη Νυρεμβέργη, ο Ρόμπερτ Παλίκουτσα, ο οποίος μάλιστα αξιοποιώντας μια σχετική ρήτρα στη συμφωνία Ριέκα – Νυρεμβέργης, μείωσε το buy out του αλλοτινού πουλέν του στις 900.000 ευρώ.

Στη διετία αυτή ο Τσέριν έπαιξε. Και έπαιξε πολύ. Δεν έκανε ιδιαίτερα νούμερα – είχε ένα γκολ ανά 7,5 παιχνίδια και μια ασίστ ανά έξι κατά μέσο όρο, με τη Ριέκα να τερματίζει τέταρτη και στις δύο σεζόν – το σημαντικό όμως ήταν πως βρήκε χώρο για να γίνει και να νιώσει σημαντικός, ανακτώντας αυτοπεποίθηση, πατήματα, ρυθμό.

Παίζοντας σε θέση, σε μέτρα και με καθήκοντα σαφώς πιο κοντά στα δικά του χαρακτηριστικά. Τρανή απόδειξη προόδου και εξέλιξης πως ξεπέρασε τον προθάλαμο της εθνικής Σλοβενίας και πλέον συγκαταλέγεται σε σταθερό στέλεχός της, με ολοένα και αυξανόμενη συμμετοχή και ρόλο.

Το πρώτο του γκολ με το εθνόσημο το πανηγύρισε στα μέσα του περασμένου Νοεμβρίου, στη φιλοξενία της Κύπρου (2-1 τελικό, έγραψε το 2-0). Στις εξέδρες του Στόζιτσε βρίσκονταν για να τον τσεκάρει ο νέος αθλητικός διευθυντής της Νυρεμβέργης, Ντίτερ Χέκινγκ.

Αυτός δηλαδή που τον είχε “σημαδέψει” – και τον είχε στιγματίσει – ως προπονητής του Αμβούργου στο μόνο παιχνίδι που ξεκίνησε βασικός στη θητεία του στη Γερμανία.

“Είναι βελτιωμένος και φαίνεται. Δεν έχει σχέση με τον ποδοσφαιριστή που άφησε τη Νυρεμβέργη. Δεν ξέρω τι θα γίνει το καλοκαίρι, δεν μπορώ να αποκλείσω τίποτα, αλλά δεν είναι στο χέρι μας. Είναι απόφαση της Ριέκα”. Ενδεικτικό το σχόλιο του πολύπειρου Γερμανού παράγοντα, ο οποίος πέραν της βελτίωση του Τσέριν υπογράμμισε και την οψιόν που είχε ο κροατικός σύλλογος για να αποκτήσει τα δικαιώματα του Σλοβένου.

Δεν έγινε. Τα κουκιά στη Ριέκα, ακόμη και μειωμένα, δεν έβγαιναν. Μοιραία συνεπώς για τον Τσερίν, η επιστροφή στη Νυρεμβέργη. Ο – ακόμη ένας – νέος τεχνικός, Ρόμπερτ Κλάους, κάθε άλλο παρά αφοριστικός ήταν και ξεκαθάριζε πως αν έμενε, θα βρίσκονταν στις επιλογές του. Μπορεί όχι για βασικός, αλλά σίγουρα για το rotation. Σαφώς πιο προσγειωμένη προσέγγιση σε σχέση με τον πρώτο του ερχομό.

Ο – επίσης ακόμη ένας – νέος τεχνικός διευθυντής, ο γνωστός μας από τη σύντομη θητεία του στον ΠΑΟΚ, Όλαφ Ρέμπε, είχε άλλα σχέδια. Με έναν χρόνο συμβολαίου να απομένει ακόμη, δεν είχε περιθώρια παρά να ψάξει ό,τι μπορούσε για να φέρει στα ταμεία ως απόσβεση της αρχικής επένδυσης.

“Έχουμε μόνο ένα εκατομμύριο ευρώ σε ρευστό”, δήλωνε προ δεκαημέρου ο εμπορικός διευθυντής της Νυρεμβέργης, Νιλς Ρόσοβ. Και η “τρύπα” που πρέπει να καλυφθεί ξεπερνάει τα 13 εκατ. ευρώ. Την… τρύπα την είδε ο Παναθηναϊκός και έτσι αποφάσισε να επενδύσει στον 22χρονο Τσέριν, αγοράζοντάς τον αντί 700.000 ευρώ.

Για ό,τι προορίζεται ο Σλοβένος, οι πράσινοι πέρυσι είχαν τον Λούντκβιστ. Δανεικό από μια μικρομεσαία ολλανδική ομάδα, στα 24 του, με αρκετά προβλήματα τραυματισμών να έχουν επηρεάσει την καριέρα του. Φέτος δεν δανείζονται, αλλά αγοράζουν. Αγοράζουν έναν παίκτη rotation.

Και αγοράζουν έναν τέτοιο παίκτη, στα 23 του, αντί ποσού που πριν μόλις δύο χρόνια δεν μπορούσαν ούτε να φανταστούν πως θα δαπανήσουν συνολικά έστω για λύσεις συμβολαίων και αποζημιώσεις.

Προφανώς για τον Τσέριν, ο Παναθηναϊκός είναι το σκαλοπάτι για να δικαιώσει τον τεχνικό διευθυντή που τον πήρε στη Νυρεμβέργη, τον ατζέντη του και πολύ περισσότερο απ’ όλους, τον ίδιο του τον εαυτό.

Ανεξαρτήτως αν αυτό συμβεί ή όχι, το πλαίσιο της κίνησης που έκαναν οι πράσινοι για τον διεθνή Σλοβένο μοιάζει, σημειολογικά και βάσει των δεδομένων του, ακόμη σημαντικότερο.

ΠΗΓΗ: sport24.gr

Related Articles

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button